Πώς ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για την οικοτεχνία;

Δ.Ψ.: Για μεγάλο μέρος του έτους ζω στο Βένετο της βόρειας Ιταλίας όπου συνεργάζομαι με δημόσιους φορείς και φορείς πολιτών. Στην Ιταλία υπάρχουν συλλογικότητες για κάθε θέμα και αυτές παίρνουν πρωτοβουλίες για να λύνουν τα ζητήματα που προκύπτουν. Επίσης, οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί ερμηνεύονται διαφορετικά απ’ ό,τι στην Ελλάδα κι αυ­τό δίνει τη δυνατότητα στους μικρούς παραγωγούς να μεταποιούν οι ίδιοι ένα τμήμα της πρώτης ύλης που διαθέτουν στους χώρους τους, με κάποια ευελιξία όσον αφορά τους κανόνες, τα πρότυπα υγιεινής και τη γραφειοκρατία. Αυτό το μοντέλο το πρότεινα και στην Κρήτη, στην τότε Αντιπεριφερειάρχη Πρωτογενή Τομέα Θεανώ Βρέντζου η οποία ανταποκρίθηκε, το μελέτησε και το πρότεινε στη συνέχεια στο ελληνικό κράτος. Με κάποιες πιέσεις και παροτρύνσεις, ψηφίστηκε τελικά ως νόμος το 2015.

Τι έχει αλλάξει από τότε;

Δ.Ψ.: Έχουμε δημιουργήσει ένα πρό­γραμμα στο οποίο καλούμε αγρότες που ήδη διαθέτουν τον κωδικό της οικοτεχνίας και που επιθυμούν να βάλουν περισσότερες δικλείδες ασφαλείας, να τους συντροφεύσουμε στην προσπάθειά τους, χωρίς να επιβαρύνονται με έξοδα. Τους προσφέρουμε δωρεάν κατάρτιση στην καλλιέργεια, τη μεταποίηση, την τυποποίηση, το μάρκετινγκ, τα φορο­λογικά κ.λπ. Τους παρέχουμε οδηγίες για να διαχειριστούν πιο αποτελεσματικά το χωράφι τους, συνεργαζόμαστε με τεχνολόγο τροφίμων από το ΕΛΜΕΠΑ, κάνουμε μικροβιολογικές αναλύσεις σε κάθε παρτίδα προϊόντος κάθε παραγωγού ώστε να είμαστε σίγουροι ότι είναι αποδεδειγμένα τοπικό, ασφαλές, υγιεινό και νόμιμο. Η έννοια της τοπικότητας έχει μεγάλη σημασία κι επειδή το κράτος δεν έχει δυνατότητα να ελέγχει, θα μπορούσε ένας παραγωγός να κάνει παρατυπίες. Τα ελέγχουμε όμως εμείς. Πιστεύουμε στην ευελιξία των διαδικασιών αλλά και στην απόλυτη ασφάλεια των τροφίμων.

Πόσοι οικοτέχνες υπάρχουν στην Κρήτη; Ποιο το εύρος του αντικειμένου τους;

Δ.Ψ.: Περίπου 150 οικοτέχνες έχουν πάρει επίσημο κωδικό από το κράτος. Το δίκτυο του Πλοηγού αριθμεί 16 μέλη εκ των οποίων κάποιοι οικοτέχνες δημιουργούν τώρα τα προϊόντα τους. Πρόκειται για μια προσπάθεια που θέλει αρκετό χρόνο. Βρισκόμαστε ακόμα στην αφετηρία. Τα μέλη μας δραστηριοποιούνται στο χαρουπόμελο, τη μουσταλευριά, το πετιμέζι, τα αρωματικά φυτά, το μέλι, τα μπισκότα και παξιμάδια με κρητικό αλεύρι, τα τουρσιά και τις μαρμελάδες.

Υπάρχει σύνδεση με τον τομέα του αγροτουρισμού;

Δ.Ψ.: Το θέμα της επισκεψιμότητας αποτελεί μια σύσταση εκ μέρους μας. Οι περισσότεροι οικοτέχνες σιγά σιγά το εντάσσουν στις δράσεις τους ενώ κάποιοι έχουν ήδη προχωρήσει σημαντικά. Νομοθετικά βέβαια υπάρχει κενό που δεν τους βοηθά να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο. Συμπληρώνοντας έναν χρόνο λειτουργίας μετά τους περιορισμούς της πανδημίας βλέπουμε ότι τόσο οι ντόπιοι, όσο και ξένοι επισκέπτες δείχνουν ενδιαφέρον να επισκεφτούν μονάδες οικοτεχνίας. Οι άνθρωποι που θέλουν πραγματικά να ανακαλύψουν το νησί μπαίνουν στη διαδικασία να βρουν τους παραγωγούς και τους οικοτέχνες. Στον Πλοηγό, θέλουμε τα προϊόντα που παράγονται να βρίσκουν διέξοδο στην τοπική αγορά και στην κρητική κοινωνία.

Πώς θα μπορούσαμε να παραδειγματιστούμε από την Ιταλία;

Δ.Ψ.: Κατ’ αρχήν, ο όρος «αγρότης» έχει εντελώς διαφορετική έννοια στην ιταλική νομοθεσία απ’ ό,τι στην ελληνική. Εκεί, ο αγρότης έχει εκπαιδευτεί, διαλέγει σωστή πρώτη ύλη που προστατεύει τη γη και τους υδάτινους πόρους του ώστε να είναι αυτάρκης και βιώσιμος. Επίσης, δέχεται επισκέπτες και παρέχει υπηρεσίες εστίασης και διαμονής στον χώρο του. Στην Ιταλία, τα προγράμματα Leader πηγαίνουν μόνο σε αγρότες. Εδώ δίνονται σε επιχειρηματίες. Έτσι οδηγούμαστε σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Όλοι πιστεύουν ότι τα καλά κρητικά προϊόντα μπορούν να συνδεθούν με 4,5 εκατ. τουρίστες. Αυτό όμως δεν έχει συμβεί πουθενά. Οι τουρίστες θα πρέπει να γίνουν επισκέπτες κι εμείς θα πρέπει να δουλέψουμε με δράσεις στις χώρες προέλευσής τους. Κι εδώ, οι απλοί αγρότες θα πρέπει να γίνουν πολυλειτουργικοί. Η πολυλειτουργική γεωργία είναι το κλειδί. Όποιος θέλει να παραμείνει στην ενδοχώρα της Κρήτης θα πρέπει να φροντίσει να εκπαιδευτεί και να εξελιχθεί.

Πρέπει να επιστρέψουμε στις παλιές αξίες όπου ο τόπος ήταν πιο πάνω από το προσωπικό συμφέρον. Πρέπει να ξαναγίνουμε Κρητικοί, με την αληθινή έννοια της λέξης.